Ωριγένης, 185-260 (Origen)

"Το ιερό να μην το αναζητάς σε ένα τόπο αλλά στις πράξεις, στη ζωή και στα ήθη" Ωριγένης

Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά και πνευματικά κέντρα της Μεσογείου, αλλά και ολόκληρης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, υπήρξε η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, όπου συνέρεαν άνθρωποι κάθε επιστημονικής, καλλιτεχνικής και θρησκευτικής τάσης, από τρεις ηπείρους. Εδώ γεννήθηκαν, εξελίχθηκαν, συναντήθηκαν και πολέμησαν μεταξύ τους κοσμοθεωρίες από όλο τον τότε γνωστό πολιτισμένο κόσμο.

Σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο Ωριγένης το 185 μ.Χ.

Τις περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του, τις έχουμε από τον Ευσέβιο Καισάρειας, ο οποίος ήταν επίσκοπος και εκκλησιαστικός συγγραφέας. Δε γνώρισε τον ίδιο τον Ωριγένη, αφού γεννήθηκε μετά το θάνατό του, όμως μέσω των μαθητών του γνώρισε το έργο του, το αγάπησε και το διέσωσε.

Ο πατέρας του Ωριγένη Λεωνίδας, ήταν ο πρώτος του δάσκαλος και τον έφερε σε επαφή με τα ελληνικά κείμενα αλλά και την Αγία Γραφή, με το πλήθος των βιβλίων που είχε. Μάλιστα δυσκολεύτηκε στην εκπαίδευσή του, καθώς ο ίδιος μόλις είχε προσηλυτιστεί στο Χριστιανισμό και οι απορίες του γιου του ξεπερνούσαν τις γνώσεις που είχε. Σημαντικότατο ρόλο έπαιξε για την παιδεία του και ο Κλήμης Αλεξανδρείας, επίσκοπος και ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες εκκλησιαστικούς πατέρες, δίπλα στον οποίο μαθήτευσε, και ο οποίος του δίδαξε τη φιλοσοφική προσέγγιση στη διδασκαλία του Χριστού.

Το 202 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Σιβέριος διέταξε διωγμούς κατά των χριστιανών και ο δεκαεφτάχρονος Ωριγένης έχασε τον πατέρα του, ο οποίος αποκεφαλίστηκε για την πίστη του. Όμως αυτό δεν τον φόβισε, αλλά αντίθετα του προκάλεσε την επιθυμία να γίνει και ο ίδιος μάρτυρας. Αργότερα, θέλοντας να μην αποτελεί το σώμα του εμπόδιο στον πνευματικό του δρόμο αυτοευνουχίστηκε. Συνέχισε το έργο του και προετοίμαζε τον εαυτό του και τους μαθητές του για το μαρτυρικό θάνατο.

Όταν οι διωγμοί έπαψαν, η Σχολή του απέκτησε νομιμότητα και φήμη. Ο Ωριγένης δεν είχε προκαταλήψεις και δεν έκανε διακρίσεις σε εθνικότητες, πίστεις, θεωρίες ή φιλοσοφίες, με αποτέλεσμα να τον επισκέπτονται κάθε είδους ερευνητές και επιστήμονες, Έλληνες φιλόσοφοι, ακόμα και αιρετικοί του Χριστιανισμού. Παρότι ο Ωριγένης ήταν ένθερμος χριστιανός, δεν ήταν δογματικός και η ευρύτητα του νου του και το εναρμονιστικό του πνεύμα τον οδηγούσε στη συγκριτική μελέτη κάθε πεδίου της ανθρώπινης σκέψης.

Δεν έβλεπε τη φιλοσοφία σαν κάτι που έβγαζε το χριστιανό από το δρόμο του, αλλά αντίθετα σαν έναν ακόμη δρόμο προς το Θεό. Έτσι θεωρούσε τη γνώση της φιλοσοφίας σαν καθήκον του. Χάρη σε αυτόν, το εκκλησιαστικό πνεύμα εμπλουτίστηκε με το ελληνικό, και ο χριστιανισμός δεν ήταν πια αντιμέτωπος με τη φιλοσοφία. Γνώριζε ότι ανέκαθεν υπήρχε ένας προαιώνιος Νους και ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν η μόνη αποκάλυψή του στον άνθρωπο. Όσο για τις αιρέσεις, δεν τις θεωρούσε σαν τάσεις διχασμού αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειας πολλών διανοούμενων να διεισδύσουν στην αλήθεια.

Πίστευε ότι η μελέτη της Αγίας Γραφής δεν έπρεπε να γίνεται με αυστηρή κατά γράμμα ανάλυση των περιεχομένων της. Αντίθετα, όσα γράφονται στη Βίβλο έπρεπε να μελετηθούν αλληγορικά, διότι, πέρα από τις απλές διηγήσεις, αντανακλούν διαδικασίες που συμβαίνουν σε ανώτερους κοσμικούς χώρους. Ακόμη έλεγε πως η Καινή Διαθήκη δε δίνει όλη τη γνώση για τα μυστήρια, αλλά ότι περιέχει μια σκιά από τα μυστικά του Χριστού κι απλώς αποτελεί την πύλη εισόδου προς το Αιώνιο Ευαγγέλιο.

Κατά τον Ωριγένη, λοιπόν, είναι καθήκον του χριστιανού να μελετήσει προσεκτικά τις Γραφές, για να διεισδύσει στη βαθύτερη γνώση που ο Χριστός παρέδωσε μόνο σε λίγους. Μάλιστα έγινε ευρύτατα γνωστή η θεωρία του για τη διάκριση σε τρεις βαθμίδες της κατανόησης της Βίβλου.

Η κατώτερη βαθμίδα είναι η Κυριολεκτική - Σωματική, στην οποία βρίσκεται η πίστη του μεγαλύτερου αριθμού των χριστιανών και η οποία βασίζεται στην κατά λέξη κατανόηση και τήρηση της Γραφής. Παρότι αυτή η κατανόηση είναι ανεπαρκής, ο Ωριγένης δεν κατηγορεί τους πιστούς αυτής της βαθμίδας, λέγοντας ότι ο Χριστός ήρθε για όλους στη γη και ότι και η ευσέβεια από μόνη της οδηγεί στη μακαριότητα.

Η αμέσως υψηλότερη βαθμίδα είναι η Ηθική - Ψυχική που αναζητεί απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα. Εδώ φαίνεται η βαθιά επιρροή του Ωριγένη από το δάσκαλό του τον Κλήμη. Εξαιτίας του φιλοσοφικού του υπόβαθρου, και καθώς ήταν κατηχητής ο Ωριγένης, ήταν καθήκον του και χαρά του να αντικρούει τα αιρετικά λάθη. Επειδή δεν ήταν εμπαθής, άκουγε και μελετούσε προσεκτικά όλες τις απόψεις. Για εκείνον οι αιρετικοί δεν ήταν έξω από το δρόμο, αλλά καθώς δεν αρκούνταν στην απλή πίστη, σκέφτονταν πιο βαθιά αλλά όχι πιο αληθινά. Εξάλλου πίστευε ότι η κατανόηση των αιρέσεων μπορούσε να οδηγήσει κάποιον σε βαθύτερη γνώση του χριστιανισμού. Ακόμη θεωρούσε τις αιρέσεις αναγκαίες, γιατί η πίστη μένει ζωντανή μόνο αν δέχεται δοκιμασίες και επικρατεί.

Τέλος η ανώτερη βαθμίδα είναι η Μυστική - Πνευματική, στην οποία βρίσκεται ο πνευματικός χριστιανός που κατέχει την αληθινή γνώση. Αυτή τη γνώση ο Ωριγένης την ονόμαζε «τελειοποιημένη πίστη η οποία δικαίως παραμένει κρυφή στη μεγάλη μάζα των ανθρώπων». Ο άνθρωπος δικαιούται να λέγεται πνευματικός όταν, ξεκινώντας με κάθε ελευθερία, κάνει τα πάντα αντικείμενο των ερευνών του, εμπλουτίζεται με όλα τα πνευματικά αγαθά και εισχωρεί με διορατική ματιά ως το άυλο και υπεραισθητό.

Το μόνο κίνητρο για τη μυστική άνοδο της ψυχής είναι ο φλογερός έρωτας για το Θεό. Έτσι ο άνθρωπος είναι απαθής απέναντι σε κάθε πόνο και δοκιμασία και έχοντας ακλόνητη εσωτερική τάξη και ισορροπία, γίνεται τελικά αληθινά όμοιος με το Θεό και μακάριος. Η πορεία του κόσμου περνά μέσα από αλλεπάλληλους αιώνες, κατά τους οποίους οι ψυχές κινούνται ανοδικά και καθοδικά. Σε αυτό το ταξίδι προς τη θέωση, ο μεγάλος Διδάσκαλος καθοδηγεί και διαπαιδαγωγεί τις ψυχές, ώστε να επιστρέψουν στην ουράνια πατρίδα τους χω-ρίς να χάσουν το ελεύθερο αυτεξούσιο τους. Η καθαρτήρια άνοδος δεν τερματίζεται με το θάνατο αλλά συνεχίζεται και στο άλλο κόσμο. Όταν η ψυχή βελτιωθεί, εγκαταλείπει τον τόπο του καθαρμού της και καμιά τιμωρία δεν διαρκεί αιώνια. Η τελείωση θα έρθει όταν όλες οι ψυχές θα έχουν λυτρωθεί και θα έχουν γίνει άγγελοι.

Αυτή η σύλληψη του Ωριγένη για το Θεό δεν έγινε αντιληπτή από τη μεγάλη μάζα των σύγχρονών του χριστιανών. Παρόλα αυτά όσο ζούσε δεν κατακρίθηκαν επίσημα οι ερμηνείες του, ενώ αντιθέτως πολλοί διαπρεπείς χριστιανοί μαθήτευσαν γύρω του. Όμως, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, αυτό που οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, το φοβούνται, το αποποιούνται και το μισούν. Έτσι έγινε και με τον Ωριγένη. Κάποτε αυτοί που αντιπαθούσαν αυτόν και το έργο του, έγιναν περισσότεροι από εκείνους που τον αγαπούσαν και ξεκίνησαν τις σκευωρίες εναντίον του. Όταν εκείνος διαπίστωσε την κατάσταση, έφυγε με τη θέλησή του από την Αλεξάνδρεια, οπότε οι αντίπαλοί του τον χαρακτήρισαν ανάξιο λόγω του ευνουχισμού του να ανήκει στην εκκλησία και τον απέπεμψαν

Εν τω μεταξύ, γύρω στα 75 του αναζωπυρώθηκαν ξανά διωγμοί, κατά τη διάρκεια των οποίων φυλακίστηκε και βασανίστηκε μένοντας ακλόνητος. Τελικά λίγο μετά την αποφυλάκιση του, πέθανε από την ταλαιπωρία στην οποία είχαν υποβάλλει το σώμα του οι βασανισμοί. Παρόλο που στην ουσία μαρτύρησε πεθαίνοντας για το χριστιανισμό, οι επικριτές του συνέχισαν τις επιθέσεις τους με σκοπό να πλήξουν τη φήμη του. Η κρατούσα αντίληψη της εκκλησίας δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε να δεχθεί τη διδασκαλία του περί της αποκατάστασης των πάντων και της λύτρωσης του σύμπαντος. Επίσης δεν μπορούσε να δεχθεί την Ωριγενική σκέψη για την προηγούμενη υπόσταση της ψυχής και τη μνήμη του Θεού που φέρει ως τμήμα της γνώσης της.

Η πολεμική συνεχίστηκε μέχρι που το 543 η Σύνοδος της Κωνσταντινού-πολης, υποκινούμενη από τον Ιουστινιανό, απάγγειλε ανάθεμα εναντίον του Ωριγένη και 110 χρόνια αργότερα η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε οριστικά τις διδασκαλίες του, και ουσιαστικά η εκκλησία ακρωτηριάστηκε αποκλείοντας τη φιλοσοφία και επιτρέποντας τη γιγάντωση του δογματισμού και της ισχυρογνωμοσύνης.

Ωστόσο η διδασκαλία του δεν ξεχάστηκε, αφού και οι πολέμιοι του ακόμα χρησιμοποιούσαν τα κείμενά του σαν πηγή γνώσης. Τελικά μόνο κατά τη νεώτερη εποχή αποκαταστήθηκε το όνομά του σαν φιλόσοφος και εκκλησιαστικός Πατέρας, οπότε το έργο του επανεκτιμήθηκε και αναθεωρήθηκε.

Η σύγχρονη απροκατάληπτη επιστήμη, κάνοντας μικρά ακόμα βήματα στο δρόμο της έρευνας των ανερμήνευτων νόμων της φύσης, τείνει να συμφωνήσει δειλά με τους φιλόσοφους όλων των εποχών και με τον Ωριγένη που απευθυνόμενος στον Κέλσο έλεγε:

«Κατάλαβέ το ότι είσαι ένας δεύτερος κόσμος σε μικρογραφία, ότι στο εσωτερικό σου κρύβεται ο Ήλιος, η Σελήνη, ακόμα και τα Άστρα».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
Αποκαλύψεις για την Πτώση, τη Λύτρωση και τον Προορισμό του Ανθρώπου, Εκδ. ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ