Οττο Φον Βισμαρκ, 1815-1898

Ο Βίσμαρκ υπήρξε ο ιδρυτής της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και ένας από τους διασημότερους πολιτικούς άνδρες του 19ου αιώνα και της Γερμανίας και της Ευρώπης ολόκληρης. Ο πατέρας του λοχαγός του Ιππικού καταγόταν από παλιά ιπποτική οικογένεια και η μητέρα του από αστική. Την οικογένειά του ο Φρειδερίκος πριν πεθάνει την είχε χαρακτηρίσει ως την πιο αριστοκρατική και σκληροτράχηλη. Ανατράφηκε σαν πραγματικός ευπατρίδης από ένα πατέρα που του άρεσε να ζει και να «είναι», από τον οποίο κληρονόμησε την ευαισθησία και το χαρακτήρα και από μια μητέρα που την χαρακτήριζε η εξυπνάδα και ο ανήσυχος πόθος για κυριαρχία.

Στο σχολείο ως εσωτερικός μαθητής μένει από τα 8 έως τα 13. Η ανατροφή του ήταν σκληρή (σπαρτιατική): του επέβαλαν λεπτή μπλούζα το χειμώνα και τον ξυπνούσαν κάθε πρωί χτυπώντας τον με ένα σπαθί ξιφασκίας. Τις πανεπιστημιακές του σπουδές περάτωσε στην νομική σχολή της Γοτίγγης το 1832, όπου ο πομερανός Γιούνκερ ήταν ιδιαίτερα προκλητικός με την συμπεριφορά και τον τρόπο ντυσίματός του. Ήταν τολμηρός και άτρωτος. Κανένας δεν μπορούσε να τον πειράξει ή να τον κοροϊδέψει γιατί αμέσως τον προκαλούσε σε μονομαχία, από την οποία έβγαινε πάντα νικητής. Η κραιπάλη (έπινε πάρα πολύ) και η κομψότητα, η βιαιότητα και η αφέλεια του ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε στην κρατική υπηρεσία ως δόκιμος νομικός σε ένα δικαστήριο του Βερολίνου για δυο χρόνια. Εκεί απεχθάνεται αυτήν την ενασχόληση και το θέαμα τόσο φιλόδοξων νομομαθών της αυλής τον κλονίζει, αφήνοντας να διαφανεί η ανομολόγητη φιλοδοξία του, που τον ωθεί να εργάζεται με τέτοιο τρόπο που κάθε ευχαρίστηση που δεν περικλείει μέσα της και κάτι χρήσιμο να τη θεωρεί κυριολεκτικά χαμένο καιρό. Έτσι αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά είναι μάταια:

« Την ημέρα μελετάω πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν, το βράδυ στους κύκλους της αυλής προσποιούμαι μια ευχαρίστηση που δεν νιώθω και δύσκολα μπορώ να πιστέψω, ότι η πληρέστερη ευτυχία των φιλόδοξων πόθων μου, το σημαντικότερο γερμανικό παράσημο θα μπορούσαν να με αποζημιώσουν γι αυτόν το φυσικό και ηθικό μαρασμό, που θα επιφέρει στην καρδιά μου μια τέτοια ζωή.»

Και όμως αναζητά την βαθύτερη έννοια της ευτυχίας και εγκαταλείπει την δημόσια υπαλληλική σταδιοδρομία φροντίζοντας για λίγο καιρό να εγκατασταθεί για πρώτη φορά στο πατρικό του όπου για πολλούς μήνες μελετώντας σχολαστικά ετοιμάζει δυο εργασίες για το διαγωνισμό εισηγητών. Παραιτείται λοιπόν από την δημοσιοϋπαλληλική του ευτυχία που προϋποθέτει ένα προϊστάμενο και ποτέ την ελευθερία, λέγοντας ότι είναι ασύνετο και μάταιο να αναζητάς την ευτυχία στην γνώμη των άλλων και πως ένας λογικός άνθρωπος πρέπει να ζει για τον εαυτό του και για ό,τι αναγνωρίζει σαν δίκαιο και αληθινό, και όχι για την εντύπωση που προκαλεί στους άλλους ή για το πώς θα μιλήσουν γι αυτόν πριν ή μετά τον θάνατον του.

Παρόλα αυτά ομολογεί ότι δεν είναι απαλλαγμένος από το πάθος και τη φιλοδοξία να διοικεί ως πολιτικός σε μια φιλελεύθερη χώρα ή να διατάζει ως στρατιωτικός σ’ ένα κρίσιμο πόλεμο. Εδώ αποκαλύπτεται το έμφυτο θάρρος, η περηφάνια, η περιφρόνηση κάθε μετριότητας και μια οξυδέρκεια που ξέρει να ξεχωρίζει τη ματαιοδοξία από τη δόξα, το θάμπωμα από το πάθος, το συλλογικό από το ατομικό.

Το 1847 αναμείχθηκε για πρώτη φορά στην πολιτική. Εκλέχθηκε βουλευτής στην επαρχιακή Πρωσική Δίαιτα, όπου υπεράσπισε την Μοναρχία ενάντια στις φιλελεύθερες τάσεις για τη αποκατάσταση της μεγάλης Γερμανίας. Ως υποστηριχτής της ιδέας για επίτευξη αυστροπρωσικής σύμπραξης, διορίστηκε πρεσβευτής της Πρωσίας στην ομοσπονδιακή Δίαιτα της Φρανκφούρτης. Μετά τις επαναστατικές ταραχές του 1848 – για τις οποίες ο Βίσμαρκ είχε προτείνει την βίαιη καταστολή τους - φοβούμενος τα διεθνή προβλήματα που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αλόγιστη και προκλητική πρωσική επεκτατικότητα, συνέχισε να διακηρύττει την ανάγκη υποχώρησης απέναντι στην Αυστρία.
Ο Βίσμαρκ κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι οι λεπτές ισορροπίες της ευρωπαϊκής διπλωματίας απαιτούσαν πιο αποφασιστικούς χειρισμούς και την χάραξη μιας ξεκάθαρης εξωτερικής ρεαλιστικής πολιτικής. Χαρακτηριστική μάλιστα ήταν η άποψή του ότι η Πρωσία πρέπει να παίξει το ρόλο της «Σφύρας» και όχι του «Άκμονα», για τη λύση του γερμανικού ζητήματος.

Παρότι ο Βίσμαρκ θεωρούταν συντηρητικός, ως ενθουσιώδης οπαδός και ιδρυτής του συντηρητικού κόμματος, θεωρούσε ότι η Πρωσία έπρεπε να ακολουθήσει όχι συντηρητική πολιτική αλλά πρακτικότερη, σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα. Το 1859 διορίστηκε πρεσβευτής στην Πετρούπολη όπου εργάστηκε για τη φιλία μεταξύ της Ρωσίας και της Πρωσίας την οποία θεωρούσε απαραίτητη για την ενοποίηση της Γερμανίας. Το ίδιο έτος αρρωσταίνει και στην απόφαση ενός διάσημου Ρώσου χειρούργου να του κόψουν το πόδι, ως αναπόφευκτη λύση, αυτός αρνείται, παίρνοντας μια απόφαση που θα μπορούσε να ήταν μοιραία για την σταδιοδρομία και το έργο του καθώς και για την ίδια του την ζωή. Και σε αυτό το σημείο φαίνεται η ρωμαλέα του κράση.

Το 1861 λόγω της όξυνσης των πολιτικών αντιθέσεων στη Πρωσία απαιτήθηκε επίμονα ο διορισμός του Βίσμαρκ ως υπουργού, και το 1862 διορίσθηκε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και υπουργός των Εξωτερικών. Από το σημείο αυτό αρχίζει η σπουδαιότερη περίοδος της πολιτικής του ζωής που σημαδεύεται από τον πολύκροτο λόγο μπροστά σε καμιά εικοσαριά βουλευτές, στον οποίο έκφρασε την ανάγκη ενίσχυσης του στρατού λέγοντας ότι από τον καιρό της συνθήκη της Βιέννης τα σύνορα της Πρωσίας δεν ήταν καθόλου φυσικά και ότι «δεν είναι οι λόγοι και οι αποφάσεις της πλειοψηφίας, που θα λύσουν τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας - αυτό υπήρξε το μεγάλο λάθος του 1848-49 - αλλά το σίδερο και το αίμα.».

Αυτά τα λόγια αντήχησαν αμέσως σε όλη την Γερμανία, προκαλώντας την αγανάκτηση φίλων και εχθρών. Ο Βίσμαρκ δεν τα διαψεύδει, προσθέτει όμως ότι δεν ήταν μια επίκληση για βίαιη ενέργεια ενάντια στα άλλα γερμανικά κρατίδια. Και όταν ο ίδιος ο Βασιλιάς σταμάτησε με τρόμο σε αυτή τη φράση ομολογώντας στο «Βίσμαρκ» τις δυσοίωνες προβλέψεις του για αποκεφαλισμό και των δύο, ο τελευταίος απάντησε με πνεύμα αυτοθυσίας: «Ναι, τότε θα πεθάνουμε, αλλά μήπως αργά η γρήγορα δεν θα πεθάνουμε οπωσδήποτε και μήπως υπάρχει ωραιότερος θάνατος;».

Με αυτή τη δυναμική στάση του ο Βίσμαρκ κέρδισε τα συντηρητικότερα στρώματα της γερμανικής κοινωνίας, και απέκτησε κύρος στην ευρωπαϊκή διπλωματία..

Το 1864 πέτυχε να παρασύρει την Αυστρία σε πόλεμο κατά της Δανίας και ο πόλεμος αυτός έληξε υπέρ των συμμάχων, δημιουργώντας μικρή αυστροπρωσική διοίκηση. Έπειτα όμως, όταν το συμβούλιο της Φρανκφούρτης τάχτηκε με το μέρος της Αυστρίας, η διένεξη με την Πρωσία για την κηδεμονία των Γερμανικών Χωρών πήρε δραματική ένταση. Ο αναμενόμενος πόλεμος, μετά την σκόπιμη υποχώρηση της Πρωσίας στις συμβιβαστικές προτάσεις της Αυστρίας προκειμένου να προετοιμαστούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της, δεν άργησε να ξεσπάσει. Ο πόλεμος αυτός είχε ως αποτέλεσμα την νίκη της Πρωσίας και την απότομη μεταστροφή της κοινής γνώμης υπέρ του Βίσμαρκ, που έδειξε γενναιοψυχία στα δυτικά κράτη που έλαβαν μέρος στον πόλεμο με την Αυστρία. Γι΄ αυτές τις υπηρεσίες προς την πατρίδα, κατάφερε να έχει την υποστήριξη του νεοσυσταθέντος φιλελεύθερου κόμματος και την εμπιστοσύνη των άλλων ηγετών για την θεμελίωση της Βορειογερμανικής Ομοσπονδίας που ήταν και η ουσιαστικότερη συνέπεια του πολέμου, φανερώνοντας ότι η Γερμανία βάδιζε προς την προοπτική της πλήρους ενοποίησής της.

Ακολούθησε ο πόλεμος με την Γαλλία, παρά τις ειρηνικές διαθέσεις που επέδειξε ο Βίσμαρκ σχετικά με το ζήτημα του Λουξεμβούργου, που σαν αποτέλεσμα είχε την επέκταση των γερμανικών συνόρων προς τα δυτικά και την πληρωμή κολοσσιαίας πολεμικής αποζημίωσης από την Γαλλία. Ουσιαστικότερη όμως συνέπειά του ήταν η επίσημη ίδρυση στις 18 Ιανουαρίου 1871 της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, στην αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών, με την οποία ενσαρκωνόταν το όνειρο της γερμανικής εθνικής ενότητας και δικαιωνόταν η πολιτική του Βίσμαρκ, που επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο προς αυτόν τον σκοπό.

Βίσμαρκ μετά την ίδρυση του γερμανικού κράτους διορίσθηκε Αρχικαγκελλάριος της Αυτοκρατορίας και το 1871 τιμήθηκε με τον τίτλο του πρίγκιπα. Με τον νέο του ρόλο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα, επιδιώκοντας την παγίωση των νέων διεθνών ισορροπιών με στόχο την ειρήνη και τη υπεράσπιση ευνοϊκών μέτρων για τη χώρα του. Σύναψε σχέσεις με την Αυστρία και την Ιταλία με τις οποίες κατάφερε να σχηματίσει την «Τριπλή Συμμαχία», ένα συνασπισμό δυνάμεων που με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς κατάφερε να αντιμετωπίσει απειλές προερχόμενες κυρίως από τη Ρωσία και την Αγγλία, ενισχύοντας παράλληλα την άμυνα της χώρας του.

Ιδιαίτερα σημαντικό υπήρξε το εσωτερικό κυβερνητικό έργο του Βίσμαρκ. Κατάφερε να μεταβάλλει τους κοινωνικούς συσχετισμούς με την καταπολέμηση των φεουδαρχικών συστημάτων και την ενίσχυση του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος. Αγωνίστηκε να ελέγξει την ισχύ των υπερσυντηρητικών δυνάμεων που σε συμμαχία με την καθολική εκκλησία επιδίωκαν να διατηρήσουν απαρχαιωμένους θεσμούς και να αποδυναμώσουν την κυβερνητική πολιτική. Έτσι δεν δίστασε να προχωρήσει σε μαζικές διώξεις του κλήρου και των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, να καταργήσει το πρωσικό υπουργείο παιδείας (τμήμα της καθολικής εκκλησίας) μεταφέροντάς το στην ευθύνη του κράτους.
Κατοχύρωσε τον πολιτικό γάμο, ενίσχυσε την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας και ήταν ο πρώτος πολιτικός στην Ευρώπη που θέσπισε γενικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο παρείχε στους εργάτες κάλυψη για τις περιπτώσεις ατυχημάτων, ασθένειας και γήρατος. Με αυτό τον τρόπο αγωνίστηκε για την ανάπτυξη του αστικό κοινωνικού συστήματος και τον εκσυγχρονισμό του δημοσιονομικού, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες και να δημιουργήσει ισχυρούς κεντρικούς μηχανισμούς. Αυτός ο σοσιαλισμός του Βίσμαρκ κατέστη αργότερα υπόδειγμα για τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης. Το 1890 μετά την εκλογική ήττα των κομμάτων που τον υποστήριζαν και την σύγκρουση του με τον νέο αυτοκράτορα, ο Βίσμαρκ υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί από την πρωθυπουργία.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, χωρίς να πάψει να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για τα πολιτικά πράγματα της χώρας του, ασχολήθηκε με τη συγγραφή της αυτοβιογραφίας του «Σκέψεις και Αναμνήσεις», που αποτελεί μία από τις επιτυχέστερες πολιτικές απολογίες στην παγκόσμια βιβλιογραφία.

Ο Βίσμαρκ, θεωρείται ένας από τους πιο ικανούς διπλωμάτες και πολιτικούς όλων των εποχών, ένθερμος υποστηριχτής και θεμελιωτής του ενιαίου Γερμανικού Κράτους. Ανήκει στην γενιά εκείνη που υπεράσπιζαν με το ξίφος στο χέρι την τιμή, τις ιδέες και τις πεποιθήσεις τους και πέθαιναν πιστοί σε ένα καθήκον σωστό ή λανθασμένο. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Πρωσίας την περίοδο (1868-1871) και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1871-1890). Έμεινε στην ιστορία γνωστός ως «Σιδηρούς Καγκελάριος».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1) Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη
2) Βίσμαρκ – Εμιλ Λουντβιχ, εκδ. Γκοβόστη
3) Παγκόσμιο Βιογραφικό Λέξικό, εκδ. Εκδοτική Αθηνών
4) Παγκόσμια Ιστορία, Denis Richards, εκδ. Παπαδήμα
5) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα