Κλαούντιο Μοντεβέρντι, 1567-1643 (Monteverdi Claudio Giovanni Antonio)

 

Ο Μοντεβέρντι γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1567 στην Κρεμόνα. Ήταν γιος γιατρού, αλλά από την παιδική του ηλικία αναδείχθηκε ιδιοφυής μουσικός και έμαθε βιόλα, εκκλησιαστικό όργανο και σύνθεση. Ήδη στα 16 χρόνια του, εκτύπωσε παρτιτούρες με συλλογές μοτέτων, καντσονέτες και ιερά μαδριγάλια.

Μαθήτευσε με τον Marc Antonio Ingegneri, που ήταν ο διευθυντής της ορχήστρας (maestro di cappella) στον καθεδρικό ναό της Κρεμόνας. Στα 1587 εμφανίζεται το πρώτο του βιβλίο με ιερά μαδριγάλια και ακολουθείται από ένα δεύτερο, το 1590. Το 1591 πηγαίνει στη Μάντουα, για να υπηρετήσει σαν παίχτης εγχόρδων και σαν τραγουδιστής στην αυλή του Δούκα Vicenzo Ι Gonzaga. Εκεί, εκδίδει αρκετά βιβλία για μοτέτα και μαδριγάλια. Στο τρίτο βιβλίο των μαδριγαλιών του, που εκδόθηκε το 1592, φανερώνεται η ισχυρή επιρροή του Giaches de Wert, που ήταν ο διευθυντής της ορχήστρας (maestro di cappella) της αυλής, τον οποίο όμως δεν κατάφερε να διαδεχτεί το 1596 που τον διαδέχτηκε ο Pallavicino.

Το 1599 παντρεύτηκε την Claudia de Cattaneis, μια τραγουδίστρια της αυλής, με την οποία έκανε τρία παιδιά: τον Francesco, τον Massimiliano και την Leonota. Όταν πέθανε ο Pallavicino δύο χρόνια αργότερα ορίστηκε ως διευθυντής ορχήστρας (maestro di cappella). Ο Μοντεβέρντι έγινε γνωστός σαν ένας κυρίαρχος υποστηριχτής της μοντέρνας προσέγγισης της αρμονίας και της έκφρασης του κειμένου.

Το 1605 εμφανίστηκε το πέμπτο βιβλίο μαδριγαλιών. Το 1607 εμφανίστηκε στη Μάντουα η πρώτη του όπερα, «Ορφέας», σε λιμπρέτο του Φλωρεντίνου Ottavio Rinuccini. Η γυναίκα του πέθανε το Σεπτέμβριο του 1607. Το 1608 εκτελείται η δεύτερη όπερά του η «Arianna», για να γιορτάσουν την επιστροφή του Francesco Gonzaga με τη νύφη του Margaret του Savoy. Συνέθεσε άλλα δύο έργα για γαμήλιους εορτασμούς, τον πρόλογο από το ποιμενικό έργο «L’ Idropica» και το μπαλέτο σε γαλλικό στυλ «Il ballo delle ingrate». Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κρεμόνα, όπου για ένα χρόνο βρισκόταν σε κατάσταση κατάθλιψης. Ο πατέρας του ζήτησε να αποδεσμευτεί από την οικογένεια Gonzaga, αλλά δεν το κατόρθωσε. Το 1612 με το θάνατο του Δούκα Vicenzo, ο διάδοχός του Francesco τον αποδέσμευσε.

Με το θάνατο του διευθυντή ορχήστρας (maestro di cappella) του Αγίου Μάρκου, ο Μοντεβέρντι προσκλήθηκε το 1613 να συμπληρώσει τη θέση. Αργότερα, εκείνη τη χρονιά, διορίσθηκε σε αυτή τη θέση και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Εκεί ο Μοντεβέρντι αναδιοργάνωσε και βελτίωσε την cappella και επίσης έγραψε μουσική για αυτή, αλλά παράλληλα έπαιρνε παραγγελίες κι από αλλού, περιλαμβανόμενες μερικές από τη Μάντουα, όπως το μπαλέτο «Tirsi e Clori» (1616) και μια όπερα, «La finta pazza Licori» (1627, που δεν εκτελέστηκε και είναι τώρα χαμένη).

Ο Μοντεβέρντι ξεκίνησε το 1616 και 1618 δύο άλλα δραματικά έργα το «Le nozze di Tetide» και την «Andromeda», αλλά δεν τα ολοκλήρωσε. Το 1619 εμφανίζονται τα επτά βιβλία μαδριγαλιών του Μοντεβέρντι. Το 1624 ανεβάστηκε ο δραματικός διάλογος «Combattimento di Tancredi e Clorinda». Γύρω στα 1629, εμφανίζεται λιγότερο ενεργός αλλά ήταν πάλι σε ζήτηση σαν συνθέτης όπερας. Το 1632 λαμβάνει ιερές παραγγελίες και εκδίδει την ίδια χρονιά μια μικρή συλλογή φωνητικής μουσικής με τον τίτλο «Scherzi musicali». Το 1637, στα εγκαίνια του δημόσιου οπερατικού σπιτιού στη Βενετία, παίζονται μερικά δραματικά του έργα.

Το 1640, η «Arianna» αναβιώνει και στα επόμενα δύο χρόνια οι όπερες "Il ritorno d'Ulisse in patria" (1640), «Le nozze d’Enea con Lavinia» (1641, χαμένη) και «L’incorazione di Poppea» (1643) εκτελούνται για πρώτη φορά. Το 1641 ο Pincenza παρήγγειλε το μπαλέτο «La vittoria d’Amore» (χαμένο) που εκτελέστηκε εκεί. Το 1638 εκδίδεται μια ανασκοπική συλλογή της ιερής μουσικής του. Το 1643 επισκέφτεται την Κρεμόνα και πεθαίνει λίγο μετά την επιστροφή του στη Βενετία, στις 29 Νοεμβρίου του 1643, σε ηλικία 76 χρόνων.

Ο Μοντεβέρντι μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ως μία από τις πιο τολμηρές, εφευρετικές και δημιουργικές προσωπικότητες της ιστορίας της μουσικής. Πολλές από τις δημιουργίες του σαν συνθέτης μπορούν να παρατηρηθούν στα οχτώ βιβλία των ιερών μαδριγαλιών που εκδόθηκαν μεταξύ του 1587 και 1683. Πραγματοποίησε τη δομική ένταξη συμφωνικών ριτορνέλων, εισήγαγε για πρώτη φορά την τετραφωνία των εγχόρδων, η οποία αποτέλεσε αργότερα την ηχητική βάση της συμφωνικής ορχήστρας, εφάρμοσε για πρώτη φορά το τρέμολο και το πιτσικάτο κ.ά.

Ο Μοντεβέρντι είναι από τη μια πλευρά καθαρά καλλιτεχνικός και από την άλλη ανθρώπινος. Βάσιζε τη μουσική του στο σταθερό θεμέλιο της αλήθειας της τέχνης και της μορφής, στην ακεραιότητα της δεξιοτεχνίας με το στυλ, στην κυριαρχία του νόμου με τη νόρμα. Αλλά η τέχνη του περιλάμβανε την αλήθεια του ανθρώπινου πάθους, της εμπειρίας και της τραγωδίας όλων των ανθρωπίνων υπάρξεων.

Ο Μοντεβέρντι ήταν ο πρώτος και ο καλύτερος ανάμεσα στους μουσικούς που αναμείγνυε την τέχνη και τη ζωή. Υποστηρίζεται ότι ο Μοντεβέρντι έλαβε ακαδημαϊκές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Κρεμόνα. Το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου περιελάμβανε τις γενικές σπουδές της θεολογίας, της επιστήμης της νομικής, τόσο του κανονικού όσο και του αστικού δικαίου, επίσης ιατρικής, ηθικής και φυσικής φιλοσοφίας, και των ελευθέριων τεχνών. Εφόσον περιελάμβαναν τις ελευθέριες τέχνες, το μάθημα της μουσικής ίσως να διδασκόταν σαν μέρος των μαθηματικών. Ο Μοντεβέρντι, μέσα από αυτές τις σπουδές, έλαβε τις θεμελιώδεις γνώσεις του που τον συνόδευαν σε ολόκληρη τη ζωή του κι αποτελούσαν πηγή έμπνευσης για τα έργα του. Είχε τη γνώμη ότι οι ελευθέριες τέχνες ήταν η βάση του έργου του. Είχε βάθος σκέψης και ευρύτητα γνώσεων. Παράλληλα, είχε καταλάβει ότι η τέχνη της μουσικής πρέπει να βασίζεται στις κλασικές μελέτες. Στα πρώιμα χρόνια της ζωής του επηρεάστηκε από την αντιμεταρρύθμιση.

Ο Μοντεβέρντι ήταν ο πρώτος συνθέτης που έδωσε έμφαση στη σημασία των λέξεων στη φωνητική μουσική και ενσωμάτωσε στις όπερες του μια μοναδική φωνητική γραμμή, η οποία ενέτεινε την πρόθεση για το δράμα. Ο Μοντεβέντι συνήθιζε να λέει ότι: «Η Μουσική είναι πνευματική. Δεν υπάρχει επιχείρηση στη μουσική». «Ο σύγχρονος συνθέτης χτίζει πάνω στα θεμέλια της αλήθειας». «Ο σκοπός όλης της καλής μουσικής είναι να επηρεάζει την ψυχή». Το ίδιο πίστευε και ο Βοήθιος, ένας μουσικός θεωρητικός του μεσαίωνα. Ο Μοντεβέρντι έλεγε επίσης: «Ο σκοπός μου είναι να δείξω, χρησιμοποιώντας ως μέσο την πρακτική μας, ότι ήμουν ικανός να υιοθετήσω από το πνεύμα της αρχαίας φιλοσοφίας προς όφελος της καλής τέχνης» . Το ενδιαφέρον του Μοντεβέρντι ήταν η τελειοποίηση και το να εντείνει το νέο στυλ, του οποίου ήταν ο ιδρυτής.

Ο Μοντεβέρντι ήταν επηρεασμένος και από ανθρωπιστικές ιδέες. Την περίοδο των σπουδών του στο Spa, έψαχνε στον Πλάτωνα και στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους απαντήσεις για τα προβλήματα που δεν μπορούσε να λύσει μόνο με τη βοήθεια των θεωρητικών της μουσικής τέχνης. Ο Prunieres πίστευε ότι τον Μοντεβέρντι, αναμφισβήτητα δεν τον ενδιέφεραν οι κλασικές έρευνες του Baif ή οι θεωρίες της Γαλλικής ποίησης, αλλά είχε επηρεαστεί από τις κομψές ρυθμικές φόρμουλες ορισμένων μετρημένων καντσονέττων και είχε εμπνευστεί από αυτές στο Scherzi musicali. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν επιχείρησε να συνθέσει άριες της ιταλικής ποίησης που ήταν γραμμένες σε αρχαία μέτρα.

Όσον αφορά το φαινόμενο της μίμησης, ο Μοντεβέρντι ασπάστηκε τις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα για το τι πρέπει να μιμηθεί. Θεωρούσε ότι το αντικείμενο ήταν σταθερά η αφοσίωση με την απαραίτητη θεμελίωση στην ανθρώπινη ύπαρξη και εμπειρία. Ο Μοντεβέρντι αγωνιούσε συνέχεια για το πρόβλημα της μίμησης, όχι όμως σαν μια τεχνική συσκευή αλλά σαν τη βασική αρχή της καλλιτεχνικής φόρμας.

Στην εισαγωγή του όγδοου βιβλίου των μαδριγαλιών του περιγράφει την προέλευση και το χαρακτήρα του stile concitato. Αναφέρει ότι υπάρχουν ανάμεσα στα πάθη και στη στοργή τρεις κύριες κατηγορίες: η οργή (ira), η μετριοπάθεια (temperamenza) και η ταπεινότητα ή ικεσία (hulilta ή supplicatione). Έτσι στη μουσική υπάρχει το ύφος concitato, (το συνεπαρμένο),το molle, (το απαλό) και το temperato (το εγκρατές). Ο Πλάτωνας αναφέρει αυτά τα είδη στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας. Παρόλα αυτά, το όγδοο βιβλίο του Μοντεβέρντι δεν είναι αντιπροσωπευτικό του και ίσως ο θαυμασμός στο Πλάτωνα να είναι απλά μια τυπική ρητορική λατρεία για τα επιχειρήματά του, που είχαν σαν πρόθεση να φιλοφρονήσουν τον πάτρωνά του.

Ωστόσο, ο Μοντεβέρντι είχε μια σημαντική θέση στην ιστορία της μουσικής, εφόσον έκανε χρήση μια μεγάλης έκτασης τεχνικών και γενών κατά τη διάρκεια της ζωής του. Παράλληλα, θα μπορούσε να θεωρηθεί και προοδευτικός, αλλά και αναδρομικός συνθέτης και θεωρητικός, αφού, από τη μια πλευρά, μπορούσε να χρησιμοποιεί και μοντέρνες τεχνικές, και από την άλλη, ενδιαφερόταν να φανεί σαν ένας ικανός συνθέτης στο stile antico. Επομένως, παρατηρούμε ότι στη μουσική του συνοψίζει πολλά στοιχεία από την Αναγέννηση του τελευταίου αιώνα και παράλληλα αρκετά στοιχεία από την αρχή του Μπαρόκ. Συμπερασματικά, τα επιτεύγματά του στη μουσική είναι διαρκή. Αυτό φαίνεται μέσα από την αποτελεσματική απεικόνιση των αισθημάτων στη μουσική, με ένα τρόπο που είναι ικανοποιητικός τόσο για το θέατρο όσο και για τη μουσική δωματίου, κάτι που διαφαίνεται και σε μεταγενέστερα μουσικά έργα.


Βιβλιογραφία

 

1. Sadie Stanley: Dictionary of Music and Musicians,2nd ed., vol. 17, 2001
2. Schrade Leo: Monteverdi Creator of Modern Music, da capo press, New York ,1979.
3. http://www.hoasm.org/VB/VBMonteverdi.html